Αιφνίδια αύξηση στη μέση διάρκεια της σεξουαλικής πράξης

147

Νέα δεδομένα έρχονται στο φως της δημοσιότητας από μια καινούργια έρευνα για τη μέση διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, καθώς καταγράφει αύξηση εν αντιθέσει με τις πρότερες μελέτες που έκανα λόγω για περιορισμό του χρόνου εξαιτίας τεχνολογικών και κοινωνικών παραμέτρων.

Ειδικότερα, μια εταιρεία ερωτικών παιχνιδιών… ανέκρινε 400 πελάτες της και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μέσος όρος του σεξ για ένα ετεροφυλόφιλο ζευγάρι είναι τα 19 λεπτά.
Το Vice σημείωσε μάλιστα, ότι από αυτή την έρευνα προέκυψε χρόνος που είναι σαφώς ο μεγαλύτερος από αυτόν που έχουν δείξει άλλες έρευνες.

Αποδίδει μάλιστα το αποτέλεσμα στο γεγονός ότι σε αυτή την έρευνα συμμετείχαν άτομα που αγοράζουν ερωτικά παιχνίδια και άρα δίνουν περισσότερη έμφαση στα προκαταρκτικά αλλά και στο σεξ γενικά, χωρίς να αποκλείει την πιθανότητα χρήσεως και φαρμακευτικών παρασκευασμάτων.

Η έρευνα κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το 23% των ανδρών θα ήθελαν η σεξουαλική πράξη να έπρεπε να διαρκεί περισσότερο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες φθάνει το 19%.

Υπενθυμίζεται ότι παλαιότερες μελέτες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σεξουαλική πράξη κατά μέσο όρο διαρκεί 5,4 λεπτά. Τι φταίει;

Οι τεχνολογίες της σεξουαλικότητας, δηλαδή το πορνό και τα social media. Το πορνό θεωρείται ύποπτο γιατί ευνοεί τον «εθισμό» και μειώνει την επιθυμία για την «πραγματική σεξουαλικότητα». Τα social media θεωρούνται ύποπτα ότι διαχέουν την προσοχή.

Η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, καθώς και η επιμήκυνση του χρόνου εργασίας κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι βρίσκονται στο γραφείο και συνδέονται με εργαλεία επικοινωνίας, παίζουν επίσης έναν ρόλο.

Οι άνθρωποι δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, έχουν στρες και πέφτουν συχνά σε διάφορους εθισμούς, όπως το αλκοόλ. Επίσης, οι δυτικές κοινωνίες γνωρίζουν αύξηση των περιστατικών άγχους και κατάθλιψης, τα οποία συνδέονται με μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα.

Εξάλλου, οι νέες ηλικίες πλήττονται περισσότερο και στους «millenials» η σεξουαλική δραστηριότητα είναι μειωμένη. Η εργασιακή ανασφάλεια και η ανασφάλεια κατοικίας, μαζί με τους φόβους απέναντι στις αναταράξεις του κόσμου, εξηγούν αυτή τη μείωση της σεξουαλικής διαθεσιμότητας.