Η Μόσχα «θολώνει» τα νερά – Παρασκήνιο και «καυτά» ερωτήματα για τους Ρώσους πράκτορες

53
Με το διπλωματικό θερμόμετρο από το πρωί της Τετάρτης να έχει χτυπήσει κόκκινο και ενώ η πρώτη αντίδραση της Μόσχας μέσω του ρωσικού πρακτορείου Interfax έκανε λόγο για «συμμετρικά» αντίμετρα, αναφέροντας πως «θα απαντήσουμε στην απέλαση από την Ελλάδα των Ρώσων διπλωματών με τον ίδιο τρόπο», αργότερα η ρωσική πλευρά σύμφωνα με τηλεγράφημα του Interfax, δήλωσε ότι επιθυμεί να γίνουν κανονικά οι επισκέψεις Λαβρόφ στην Αθήνα το φθινόπωρο και Τσίπρα στη Μόσχα στα τέλη του 2018.
Τo αναλυτικό τηλεγράφημα του Interfax αναφέρει:
Η Ρωσία είναι αποφασισμένη να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα και προετοιμάζεται για την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ στη χώρα αυτή, όπως δήλωσε η Ρώσικη πρεσβεία στην Ελλάδα προς το Interfax την Τετάρτη.
Με βάση τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στη χώρα μας στις 13 Ιουνίου, ετοιμάζουμε την παρουσία του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ. Ο υπουργός μας έχει λάβει πρόσκληση. Και στη συνέχεια, θέτουμε τα θεμέλια για την προετοιμασία της επίσκεψης του πρωθυπουργού της Ελλάδας στη χώρα μας. Εκείνος επίσης έχει λάβει πρόσκληση από τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, δήλωσε εκπρόσωπος της πρεσβείας.
«Εκδηλώσεις που σηματοδοτούν την 25η επέτειο από την υπογραφή συνθήκης φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας πραγματοποιήθηκαν πριν από λίγο καιρό», είπε.
«Ετοιμάζουμε επίσης εκδηλώσεις για την 190η επέτειο από την καθιέρωση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των χωρών μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο», ανέφερε (ο εκπρόσωπος της ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα).
Το τηλεφώνημα Λαβρόφ σε Κοτζιά
Πριν από την απόφαση της ελληνικής κυβέρνηση να απελάσει τους 2 Ρώσους διπλωμάτες που υπηρετούσαν στη ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα και να κρίνει ως ανεπιθύμητους άλλους δύο είχε προηγηθεί τηλεφώνημα του Σεργκέι Λαβρόφ προς τον Νίκο Κοτζιά.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας φέρεται να του είπε ότι θα σταματήσει τη συμφωνία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο Έλληνας υπουργός, μετά την αρχική του έκπληξη του απάντησε ότι η συμφωνία είναι διακρατική και δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς.
Τα ερωτήματα και η δράση των πρακτόρων
Η αποκάλυψη της Καθημερινής ότι η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε την απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών, καθώς και την απαγόρευση εισόδου σε άλλος δύο, προκάλεσε αίσθηση αλλά και διπλωματικές αναταραχές με τη Μόσχα, με τις προεκτάσεις της υπόθεσης ωστόσο να μπορούν να φθάσουν μέχρι και το εγχώριο πολιτικό σκηνικό…
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι τέσσερις Ρώσοι υπήκοοι προέβησαν σε παράνομες ενέργειες, ήτοι αλίευση και διακίνηση πληροφοριών καθώς και απόπειρα χρηματισμού κρατικών λειτουργών. Το ρεπορτάζ αναφέρει επίσης ότι επιχειρήθηκε ο επηρεασμός μητροπολιτών και δημάρχων της Βόρειας Ελλάδας, όπως επίσης και να ασκηθεί επιρροή στο Άγιο Όρος.
Σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, επιβεβαίωσε εμμέσως το δημοσίευμα, αναφέροντας ότι όντως υπήρξαν συμπεριφορές που αποσκοπούσαν στην εμπλοκή στο ζήτημα με την ΠΓΔΜ. «Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε συμπεριφορές που δεν δείχνουν σεβασμό στο ελληνικό κράτος», τόνισε.
Είναι εμφανές ωστόσο ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει χαμηλούς τόνους για το ζήτημα. Για αυτό το λόγο και ο κ. Τζανακόπουλος είπε επίσης στον ΣΚΑΪ: «Η Ελλάδα έχει αποδείξει στο πλαίσιο της πολυδιάστατης πολιτικής ότι θέλει καλές σχέσεις με όλα τα κράτη αλλά όλα τα κράτη πρέπει να σέβονται το διεθνές δίκαιο.»
Η πρακτική αυτή των συγκεκριμένων διπλωματών έρχεται σε μία συγκυρία που οι σχέσεις της Αθήνας με τη Μόσχα, παρά τη σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στο άρμα της Δύσης, έχουν βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία τρία χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.
Και τούτο, όχι μόνο γιατί ο Αλέξης Τσίπρας έχει επισκεφθεί δύο φορές τη Ρωσία και ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήρθε στην Ελλάδα, αλλά διότι οι ευρύτερες διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις έχουν σαφώς αναβαθμιστεί. Πέραν αυτών όμως, η υπόθεση θεωρείται εξαιρετικά σοβαρή διότι:
– Η Ελλάδα είχε πολλά χρόνια να απελάσει ξένους διπλωμάτες και μάλιστα υπερδύναμης.
– Η κυβέρνηση είχε κρατήσει σχετικά ευνοϊκή στάση για τη Ρωσία στην υπόθεση Σκριπάλ, με τον Πρωθυπουργό να καταφέρνει στην προ μηνών σχετική Σύνοδο Κορυφής να αποτρέψει μία πολύ σκληρή καταδίκη της Μόσχας, όπως επεδίωκε η Βρετανία, ενώ σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες τότε, δεν προχώρησε σε σκληρά μέτρα όπως οι απελάσεις, αφού κρίθηκε ότι οι Ρώσοι μπορεί να υπερέβησαν τα όρια αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις.
– Πέραν τούτων όμως, ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι καταγγελίες και για χρηματισμό δημάρχων, παραγόντων και μελών της Εκκλησίας, προκειμένου να ενισχύσουν τα συλλαλητήρια κατά της συμφωνίας με την πΓΔΜ.
– Δεν πρέπει να περνά στα ψιλά το γεγονός ότι έρχεται λίγες μόλις ημέρες μετά τις αναφορές της κυβέρνησης σε σενάρια αποσταθεροποίησης με αφορμή τη συμφωνία της Ελλάδας με την πΓΔΜ, τα οποία σύμφωνα με τα όσα είχαν αφήσει να εννοηθεί από το Μέγαρο Μαξίμου, συνδέονταν με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.
– Υπενθυμίζεται ότι σχετικά με τα σενάρια της κυβέρνησης περί αποστασίας μετά την ανεξαρτητοποίηση του βουλευτή Γιώργου Λαζαρίδη δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να δώσουν στην αντιπαράθεση γεωπολιτική χροιά, τονίζοντας ότι με τη Συμφωνία των Πρεσπών δεν κλείνει μόνο η εικοσιπενταετής διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, αλλά επιτυγχάνεται και η αναχαίτιση της ρωσικής – και της τουρκικής – επιρροής στα Δυτικά Βαλκάνια, δεδομένου ότι το αντιτιθέμενο στη συμφωνία εθνικιστικό VMRO είναι γνωστό πως είναι φίλα προσκείμενο έως και χρηματοδοτούμενο από τη Μόσχα.
– Δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί και η συγκυρία της δημιουργίας κόμματος δεξιά της ΝΔ, με όσους κινούνται στο πολιτικό παρασκήνιο να σημειώνουν πως η εμπλοκή εκκλησιαστικών παραγόντων είναι εξόχως σημαντική στο επίμαχο εγχείρημα…
– Τέλος, εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η αλλαγή στάσης της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετίζεται με τις χθεσινές αποκαλύψεις, αφού ο ίδιος και η ΝΔ αν και παραδοσιακά υπέρ της λύσης με σύνθετη ονομασία erga omnes, αίφνης καβάλησε το άρμα του «Μακεδονομάχου» Αντώνη Σαμαρά και του Άδωνι Γεωργιάδη, υπερασπιζόμενος τα συλλαλητήρια και υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή κατά της λύσης.