Μ. Βορίδης: Τα πρώτα ν/σ θα κάνουν πιο εύκολη και ψηφιακή την επικοινωνία του πολίτη με τη δημόσια διοίκηση

Πιο εύκολη, περισσότερο ψηφιακή, θα επιδιώξει να κάνει η κυβέρνηση την επικοινωνία του πολίτη με τη δημόσια διοίκηση -και αυτό θα είναι μέσα στα δύο πρώτα νομοσχέδια, όπως αποκάλυψε ο υπουργός Επικρατείας Μάκης Βορίδης, σε τηλεοπτική του συνέντευξη.

Σε ό,τι αφορά αυτή καθαυτή την πολιτική αντιπαράθεση, όπως κρίνεται η κυβέρνηση, κρίνονται και οι αντιπολιτεύσεις, τόνισε σε άλλη συνέντευξη. Κληθείς δε, να σχολιάσει τον προβληματισμό συνταγματολόγων για το νεοπαγές κόμμα «Σπαρτιάτες», απάντησε πως «είναι κάτι που λαμβάνεται υπ’ όψιν».

Ξεκινώντας από τη χθεσινοβραδινή συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Mega, ο υπουργός Επικρατείας σημείωσε ότι το πρώτο νομοσχέδιο της νέας κυβέρνησης είναι «ουσιαστικά αυτό που λέμε, “επιτελικό 2” και το οποίο στην πραγματικότητα περιλαμβάνει ορισμένες σημειακές βελτιωτικές παρεμβάσεις στο “επιτελικό 1”. Μερικά πράγματα που είδαμε ότι πρέπει να βελτιωθούν στη λειτουργία του, αλλά είναι σημειακές, πολύ συγκεκριμένες».

Το δεύτερο νομοσχέδιο, συμπλήρωσε, είναι ο κώδικας διοικητικής διαδικασίας. «Αυτό είναι ένα νομοθέτημα, το οποίο είναι ολοκληρωμένο, ήταν έτοιμο και είναι πάρα πολύ ωραίο. Είναι ο τρόπος με τον οποίον επικοινωνεί ο πολίτης με τη δημόσια διοίκηση. Το κάνουμε πιο εύκολο, το κάνουμε πιο ψηφιακό και ενσωματώνουμε πολλά πράγματα που έχει πει το Συμβούλιο της Επικρατείας σε σχέση με τα ζητήματα αυτά», έκανε γνωστό ο Μ. Βορίδης και συνέχισε με ένα επιπλέον θέμα, αυτό της επιλογής προϊσταμένων στον δημόσιο τομέα. Εντός του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, λοιπόν, «ελπίζουμε να έχουμε ολοκληρώσει – κρατώ μια επιφύλαξη – διατάξεις για το σύστημα επιλογής προϊσταμένων. Είναι ένα κεφάλαιο του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα, πολύ κρίσιμο για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η επιλογή των προϊσταμένων». Κατ’ ουσίαν, όπως εξήγησε στη συνέχεια, «αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο είχαμε την επικράτηση των τυπικών κριτηρίων. Θέλουμε να δούμε έναν τρόπο να εισαχθούν ουσιαστικά κριτήρια της αξιολόγησης».

Σε άλλη του τηλεοπτική συνέντευξη, σήμερα το πρωί στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1, αναλύοντας τα καθήκοντα τα οποία θα του αναθέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο υπουργός Επικρατείας ανέφερε πως η εκπροσώπηση του πρωθυπουργού στο Κοινοβούλιο είναι μεταξύ αυτών, όπως και η ενοποίηση του νομοθετικού έργου. Ή, με τα λόγια του υπουργού Επικρατείας, ο ενδοκυβερνητικός διάλογος που προηγείται της κατάθεσης των νομοσχεδίων.

‘Αλλωστε, «αγαπώ, σέβομαι και τιμώ το Κοινοβούλιο, τιμώ την κοινοβουλευτική διαδικασία. Έχω ζήσει πάρα πολλές ώρες της ζωής μου μέσα στο Κοινοβούλιο και, επομένως, εκείνο που περιμένω και προσδοκώ, είναι ένα γόνιμο και εποικοδομητικό διάλογο, και την εποικοδομητική κριτική των κομμάτων», ανέφερε σε επόμενο σημείο της συνέντευξης. Με την ταυτόχρονη επισήμανση ότι «η στάση, προφανώς, του καθενός είναι κάτι που θα αξιολογηθεί από τους πολίτες. Γιατί, όπως απέδειξαν οι τελευταίες εκλογές, είναι σαφές ότι δεν κρίνεται μόνο η κυβέρνηση, κρίνονται και οι αντιπολιτεύσεις, το είδος τους, το ύφος τους, ο τρόπος και ο τόνος με τον οποίο ασκείται η αντιπολίτευση, αν παρουσιάζει αναλυτικές προτάσεις ή αν απλώς έχει ένα μηδενιστικό και καταγγελτικό λόγο».

Συμπερασματικώς, «είναι πολλά τα πράγματα τα οποία θα δούμε μέσα στο επόμενο διάστημα. Ο κάθε ένας και η κάθε μία θα κριθεί, μιλώ για τους πολιτικούς αρχηγούς, αλλά και για τους συναδέλφους στη Βουλή. Θεωρώ και ελπίζω ότι όλη αυτή η κοινοβουλευτική διεργασία θα αποβεί καρπερή, γόνιμη, δημιουργική. Και – γιατί όχι; – αν υπάρχουν ενδιαφέρουσες σκέψεις και προτάσεις που προέρχονται από την πλευρά της αντιπολίτευσης, γιατί να μην τις αγκαλιάσουμε; […] η αλήθεια είναι ότι δεν το έχουμε συνηθίσει αυτό», παρατήρησε κλείνοντας τη συγκεκριμένη απάντησή του.

Μιλώντας, εν συνεχεία, για τις εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων, υπογράμμισε ότι «η Νέα Δημοκρατία αύξησε τα ποσοστά της από τις εκλογές του 2019 και είναι κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί ιστορικά παρά μία φορά στη Μεταπολίτευση». Σύμφωνα με την προσέγγισή του δε, εκείνο που συμβάλλει στο «θρυμματισμένο και κατακερματισμένο τοπίο στην αντιπολίτευση» είναι «στην πραγματικότητα η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο ποσοστό που αναδιανέμεται είναι από το 32% στο 17%. Είναι αυτές οι 15 μονάδες, που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ το 2019».

Ταυτοχρόνως, πάντως, απέδωσε στην αποχή την απώλεια ψήφων σε απόλυτες τιμές που είχαν όλα τα κόμματα. Και, προσέθεσε, η αποχή έχει να κάνει «με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών των δεύτερων εκλογών. Ένα μεγάλο κομμάτι συμπολιτών μας δεν βρίσκει πια ενδιαφέρουσα και ανταγωνιστική την εκλογή. Θεωρεί ότι έχουν κριθεί τα πράγματα, έχει κριθεί η πρωτιά. Ή, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει καν ενδιαφέρον να έλθει να ψηφίσει, αν είναι ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ». Το ίδιο, σε κάποιο βαθμό, ισχύει και για τους ψηφοφόρους της ΝΔ, αναγνώρισε επίσης, συμπεραίνοντας πως «αυτό μας οδηγεί στην αποχή, η οποία, σε μεγάλο βαθμό ήταν αναμενόμενη».

Σε ό,τι αφορά το κόμμα των «Σπαρτιατών», τόνισε πως σε νομικό επίπεδο «δεν υπήρξε καμία αδυναμία, αντιθέτως εξαντλήθηκε κάθε δυνατότητα που είχε το ελληνικό Κοινοβούλιο να παρέμβει σε αυτή τη διαδικασία […] έγινε ένας εξαντλητικός διάλογος για τις νομικές δυνατότητες που υπήρχαν. Από πλευράς διατάξεων οι νομικές διατυπώσεις και νομικές προβλέψεις εξάντλησαν κάθε συνταγματική δυνατότητα. Και, όπως είχα προβλέψει, κρίθηκαν συνταγματικές. Η διάταξη αυτή, η οποία στόχευε στο να μην επιτρέψει σε καταδικασμένους για εγκληματική οργάνωση (σς να συμμετάσχουν στις εκλογές), όχι (σς να τους κρίνει) ανάλογα με το ιδεολογικό, προγραμματικό περιεχόμενο […] Ο Κασιδιάρης δεν έχει συμμετάσχει στις εκλογές, η διάταξη έχει δουλέψει», επεσήμανε κλείνοντας.

Κληθείς, όμως, να σχολιάσει όσα προηγήθηκαν των εκλογών, με αποκορύφωμα τη δήλωση του προέδρου των «Σπαρτιατών» Βασίλη Στίγκα, ο υπουργός Επικρατείας έδωσε, αρχικώς, την απάντηση, «όλα αυτά έχουν υποπέσει στην αντίληψή μας και είναι προς αξιολόγηση».

Και σε επόμενο ερώτημα για τις απόψεις συνταγματολόγων, που βλέπουν περιθώρια να κινηθούν διαδικασίες κατά του συγκεκριμένου κόμματος, δήλωσε: «Δεν είναι κάτι στο οποίο θα υπεισέλθω στην παρούσα φάση […] είναι μια συζήτηση, καταλαβαίνω τον προβληματισμό, είναι κάτι το οποίο στην παρούσα φάση δεν θα ήθελα να πω κάτι περισσότερο […] τον ακούω τον προβληματισμό, είναι κάτι που λαμβάνεται υπ’ όψιν».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ